πίῃ

πίῃ
πίνω
Aër.
aor subj mp 2nd sg
πίνω
Aër.
aor subj act 3rd sg
πί̱ῃ , πίνω
Aër.
fut ind mid 2nd sg
πί̱ῃ , πίνω
Aër.
pres subj mid 2nd sg
πί̱ῃ , πίνω
Aër.
pres ind mid 2nd sg
πί̱ῃ , πῖος
fem dat sg (epic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • πιῇ — πίνω Aër. fut ind mid 2nd sg πῑῇ , πίνω Aër. fut ind mid 2nd sg (doric) πιάζω fut ind mid 2nd sg (doric) πιάζω fut ind act 3rd sg (doric) πιέζω Ep.. fut ind mid 2nd sg (attic doric) πιέζω Ep.. fut ind act 3rd sg (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίη — πί̱η , πῖος fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πίηι — πίῃ , πίνω Aër. aor subj mp 2nd sg πίῃ , πίνω Aër. aor subj act 3rd sg πί̱ῃ , πίνω Aër. fut ind mid 2nd sg πί̱ῃ , πίνω Aër. pres subj mid 2nd sg πί̱ῃ , πίνω Aër. pres ind mid 2nd sg πί̱ῃ , πῖος fem dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ατροπία — ἀτροπία και πίη, η (Α) [άτροπος] 1. το να μη μεταβάλλει κανείς τρόπους ή χαρακτήρα, η ακαμψία του χαρακτήρα 2. σκληρότητα, κακία …   Dictionary of Greek

  • επισπάδην — ἐπισπάδην (Α) επίρρ. μονορούφι («ἤν... πίῃ αὐτοῡ ἐπισπάδην πολλόν», Ιπποκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επισπάω «σύρω πίσω μου, πίνω» + επίθημα δην (πρβλ. βά δην, συστά δην)] …   Dictionary of Greek

  • μελαμπαγής — μελαμπαγής, ές (Α) (δωρ. τ.) 1. (κυρίως για αίμα) μαύρος και πηχτός («καὶ χθονία κόνις πίῃ μελαμπαγὲς αἷμα φοίνιον», Αισχύλ.) 2. (γενικά) μαύρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μέλας, ανος + παγής (< πήγνυμι), πρβλ. γομφο παγής, δορυ παγής] …   Dictionary of Greek

  • ἀπίη — ἄπιος 2 far away fem nom/voc sg (epic ionic) ἀ̱πίη , ἄπιος 2 far away fem nom/voc sg (epic ionic) ἀφίημι send forth imperf ind act 3rd sg (ionic) ἀπί̱η , ἀφίημι send forth imperf ind act 3rd sg (ionic) ἀπί̱η , ἀφίημι send forth imperf ind act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίῃ — ἄπειμι 2 ibo pres subj act 3rd sg ἄπιος 2 far away fem dat sg (epic ionic) ἀ̱πίῃ , ἄπιος 2 far away fem dat sg (epic ionic) ἀφίημι send forth pres subj act 3rd sg (ionic) ἀφίημι send forth pres subj mp 2nd sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”